gyzisΗ δόξα των Ψαρών, Ν.Γύζης

Με το έργο του αυτό, ο Γύζης συμπορεύεται με τον Σολωμό. Είναι και οι δυο τους εκφραστές του ιδεώδους της αθάνατης δόξας.

Η δόξα των Ψαρών, σαν θεματική επεξεργασία και ανάπτυξη αλλά και ως παρουσίαση της σύλληψής της, διακρίνεται από τις προηγούμενες δημιουργίες του, κυρίως για το υψηλό φρόνημα που ενσαρκώνει, για τον ιδεαλισμό της, για την αρχαΐζουσα λιτότητα, αλλά και για την υπέρμετρη αγάπη με την οποία ζωγραφίστηκε.

Το ερέθισμα

Τα γεγονότα του 1897, όπου η Ελλάδα έπειτα από μία κακή προετοιμασία ηττάται στην ελληνο-τουρκική σύρραξη και οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης επέβαλαν όρους δυσβάσταχτους και ταπεινωτικούς για το ελληνικό φρόνημα, κεντρίζουν την ευαισθησία των καλλιτεχνών, οι οποίοι εκρήγνηνται. Ο Γύζης ως μετανάστης της σύγχρονης Ελλάδας, ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος στα εθνικά θέματα, πληγώνεται στον πατριωτισμό του, θλίβεται και ξεσπά σε μία πλημμυρίδα αγάπης για την Ελλάδα, αλλά και ταυτοχρόνως σε μία οργή προς τις μεγάλες και ισχυρές δυνάμεις της Ευρώπης.

Η έκφραση

Τελικά, η «Δόξα των Ψαρών», έπειτα από μία σειρά από σκίτσα και σχέδια, παίρνει την τελική μορφή

Ο Μαρίνος Καλλιγάς στο βιβλίο του «Νικόλαος Γύζης» αναφέρει: «Η Δόξα παριστάνεται με προφίλ και έρχεται από το βάθος και λίγο από τα δεξιά, σχεδόν μετωπικά προς τον θεατή, και μοιάζει να προσγειώνεται μόλις αυτή τη στιγμή, πίσω της, μία δέσμη φωτός, στα δεξιά και μία αχνή ακτίνα αριστερά, σημάδια μιας συμβολικής ανατολής, αιχμαλωτίζουν το βλέμμα του θεατή πάνω από τον αριστερό ώμο της Δόξας, που περπατά μονάχη στην ολόμαυρη ράχη των Ψαρών».

«Είναι μία γόνιμη στιγμή της δημιουργίας του καλλιτέχνη, που με περίσσια ιδιοφυΐα στήνει το σκηνικό της παράστασής του. Το σύνολο κυριαρχείται από την πρωτόγνωρη γυναικεία μορφή της «Δόξας», με το αυστηρό ύφος, με καρφωμένο το βλοσυρό βλέμμα στη δέλτο, φτερωτή σαν «Νίκη», περιτρέχει τις ράχες και τις βουνοκορφές, να απαθανατίσει με τη γραφίδα της τα ονόματα των λαμπρών παλικαριών. Στο διάβα της τρέμει η γη και ανεμίζουν τα μακριά αραχνοΰφαντα και αρχαιοπρεπή πέπλα της σαν φτερά γρηγορόφτερου αγγέλου στον αιγαιοπελαγίτικο αέρα, με το δεξί χέρι υψωμένο σαν σε προσταγή, δείχνει με τον δείκτη της τον στέφανο της κεφαλής, σύμβολο αρχέγονο της θυσίας, έπαθλο των αγωνιστών και των ηρώων, το τίμημα της ελευθερίας και της αθάνατης δόξας. Γύρω της το ξερό τοπίο, το χώμα κείτεται στα πόδια της μαύρο και σκοτεινό , ενώ κόκκινες ανταύγειες αίματος σημαδεύουν τα χαμένα νιάτα των γενναίων. Ο ανταριασμένος ουρανός με τις φωτεινές του ώχρες δημιουργεί ένα υποβλητικό , τρομακτικό, αποκαλυπτικό σκηνικό, που σοκάρει τον θεατή, τον φοβίζει».

Λόγια του ζωγράφου

«Εμέ τον καλλιτέχνην ενέπνευσαν αυταί αι ολίγαι λέξεις του δαιμόνιου ποιητού, δαιμόνιαν δόξα, δόξαν αυστηράν, περπατώντας εις την ολόμαυρον ράχην του υψώματος των κατεστραμένων Ψαρών εν ώρα δείλης και αγρείας καταστροφής, κρατούσαν μεν τη γραφίδα και πλάκα επί της οποίας θα εγγράφει τα ονόματα των λαμπρών παλικαριών, αλλά ίνα κρατηθεί εις την έννοιαν του δαιμόνιου ποιητού, παριστά αυτήν μελετώσαν? Δεν ζωγραφίζονται αι λέξεις, αλλά το πνεύμα αυτών.»

 

solomos

Οι στίχοι του Διονυσίου Σολωμού όπως έχουν καταγραφεί είναι οι εξής:


Η Καταστροφή των Ψαρών
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
περπατώντας η Δόξα μονάχη,
μελετά τα λαμπρά παλικάρια
και στην κόμη στεφάνι φορεί
γινωμένο από λίγα χορτάρια
που ?χαν μείνει στην έρημη γη. 

 

 

 

 

Βιογραφικά στοιχεία για τον ζωγράφο

200px-Nikolaos_GyzisΟ Νικόλαος Γύζης , ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους, γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι της Τήνου την 1η Μαρτίου του 1842.  Σε ηλικία πέντε μόλις ετών αντέγραψε μια λιθογραφία στο πατρικό του σπίτι που αναπαρίστανε έναν αγωνιστή του 1821.

Η αγάπη του για το σχέδιο, παρέκαμψε τις αρχικές αντιρρήσεις του φτωχού πατέρα του κι έτσι μπόρεσε να γραφτεί στο Σχολείο των Τεχνών. Στο τέλος των σπουδών του, μέσω του φίλου του, επίσης μεγάλου ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα, γνωρίζει τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, ο οποίος μεσολαβεί προκειμένου να του χορηγηθεί υποτροφία από το Ευαγές Ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην περίφημη Ακαδημία του Μονάχου .¨Έτσι, πηγαίνει στο Μόναχο τον Ιούνιο του 1865, σε ηλικία μόλις 23 ετών και εκεί παρατηρεί τα νέα γι αυτόν πράγματα. Συχνάζει τακτικά στην Γλυπτοθήκη του Μονάχου, όπου αφυπνίζεται η Ελληνικότητα της σκέψης του και χωνεύονται σε πρώτη φάση οι Ελληνικές του μνήμες.

Δουλεύει την ?αποθέωση της Βαυαρίας? και παραπονιέται λέγοντας με χιούμορ ?Θα έκαμνα , με πολύ πλέον ευχαρίστησιν την αποθέωσιν της Ελλάδος , αλλά μόνος μου δεν ημπορώ να την αποθεώσω, αφού οι περισσότεροι την ξεθεώνουν??. Το καλοκαίρι του 1900 ο Γύζης αρρωσταίνει από λευχαιμία και στις 4 Ιανουάριου του 1901 πεθαίνει. Η τελευταία του φράση είναι η προτροπή ? Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι?.